Χάρης Τοπαλίδης: Η ψηφιακή και πράσινη μετάβαση, η βιώσιμη ανάπτυξη και η Εθνική κυριαρχία

H διεθνοποίηση της οικονομίας και η διάχυση της κρατικής εξουσίας που έχει συντελεστεί με το νέο παραγωγικό μοντέλο, έχει καταστήσει δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ των πολιτικών

Κάθε αλλαγή πολιτικής ιστορικής κλίμακας, όπως η παραγωγική αναδιάρθρωση που εξελίσσεται σήμερα διεθνώς, στο πλαίσιο της μετάβασης από τη βιομηχανική στην ψηφιακή και πράσινη οικονομία, επανακαθορίζει τη δομή του διεθνούς οικονομικού συστήματος και την αρχιτεκτονική του διεθνούς συστήματος ασφαλείας. Ειδικότερα, η υιοθέτηση ομοιόμορφων πολιτικών ανάπτυξης σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ οδηγεί τις οικονομίες τους σε δομικούς μετασχηματισμούς και εισάγει νέα κριτήρια ιεράρχησης της ανταγωνιστικής θέσης και της ισχύος τους στη διεθνή οικονομία. Παράλληλα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νέας παραγωγικής διάρθρωσης επηρεάζουν τη σημασία των συγκριτικών πλεονεκτημάτων τους, και επιδρούν στη σημασία της γεωπολιτικής θέσης τους στα περιφερειακά και στο διεθνές σύστημα ασφαλείας.

Εντούτοις, η πορεία της μετάβασης προς ένα νέο διεθνές σύστημα, όπως υποδηλώνουν οι ανησυχητικές εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις, δεν έχει ακόμη προσεγγίσει ένα νέο ισοζύγιο που εξασφαλίζει βιώσιμη ανάπτυξη και εγγυάται την ειρήνη. Η εκδήλωση περιφερειακών πολέμων στην Ευρώπη και στη ΜΑνατολή που απειλούν να γίνουν παγκόσμιοι, αλλά και πολλαπλών κρίσεων στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, που πλήττουν την κοινωνική συνοχή και το κράτος Δικαίου, πιστοποιούν ότι η μετάβαση στο νέο παραγωγικό μοντέλο, έχει μέχρι τώρα σοβαρές αποσταθεροποιητικές συνέπειες τόσο στο εσωτερικό των κοινωνιών όσο και στις γεωπολιτικές ισορροπίες. Η διεθνοποίηση της οικονομίας και η διάχυση της κρατικής εξουσίας που έχει συντελεστεί με το νέο παραγωγικό μοντέλο, έχει καταστήσει δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ των πολιτικών που εκπορεύονται από υπερεθνικά κέντρα αποφάσεων και αυτών που υπηρετούν εθνικά συμφέροντα, έχοντας συσκοτίσει τα πεδία άσκησης της εθνικής κυριαρχίας. Η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με τη δυσκολία προσπέλασης των οικουμενικών στοχεύσεων των υπερεθνικών πολιτικών της μετάβασης, ως προς το πολιτικό τους πρόσημο – υπηρετούν την πρόοδο για μια ελίτ ή την πρόοδο ως κοινό αγαθό, έχει συσκοτίσει τα πολιτικά αίτια που γεννούν τις αλλεπάλληλες κρίσεις. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα για την Ελλάδα, που έχει πληγεί από την κρίση χρέους και την επιβολή μνημονίων, με συνέπεια την απώλεια του ενός τετάρτου του βιοτικού της επιπέδου, που χαρακτηρίζεται από την κρίσιμη γεωγραφικά θέση της στις εν εξελίξει γεωπολιτικές ανακατατάξεις, με αποτέλεσμα την εκδήλωση απειλών στην εθνική της κυριαρχία, αλλά και από μια μακριά παράδοση εξάρτησης, όπως αποτυπώνεται στο στρεβλό παραγωγικό της μοντέλο και στην πολιτική της υποτέλειας στις συμμαχίες και στα διεθνή fora όπου μετέχει.

Γιατί όμως και πως οι απειλές και οι κίνδυνοι που εκδηλώνονται σήμερα για την ειρήνη και τη βιώσιμη ανάπτυξη, εκπορεύονται από την πολιτική ατζέντα της μετάβασης; Ποιες μείζονες αλλαγές που οδηγούν σε ανισορροπίες, και εμφανίζονται υπό τη μορφή κρίσεων, εισάγει το νέο παραγωγικό μοντέλο;

Η αρχιτεκτονική του, αναλύεται ειδικότερα σε δύο μέρη: στο πρώτο (το παρόν άρθρο), αναφορικά με τη σύνδεση των υπερεθνικών στοχεύσεων με τις εθνικές προτεραιότητες. Στο δεύτερο (επόμενο άρθρο) αναφορικά με το είδος της ανάπτυξης που υπηρετούν οι υπερεθνικές πολιτικές και με τη σχέση τους με τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις

Ο σχεδιασμός του νέου παραγωγικού μοντέλου

Το νέο παραγωγικό μοντέλο στηρίζεται στη γνώση και είναι καρπός της 4ης Βιομηχανικής επανάστασης. Εδραιώνεται με ένα νέο σύνολο νεοφιλελεύθερων πολιτικών ανάπτυξης που εμπνέονται από τη «Συναίνεση της Ουάσιγκτον»  (Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ, Υπουργείο Οικονομικών ΗΠΑ), προωθούνται και από τους άλλους υπερεθνικούς Οργανισμούς (ΟΟΣΑ, ΠΟΕ, Ε.Ε.), και η αξίωση ισχύος τους εκτείνεται σε όλο τον πλανήτη αλλά και στις μη οικονομικές σφαίρες.

Οι τεχνολογικές επαναστάσεις, με τις καινοτομίες που εισάγουν ανάλογα με τον προσανατολισμό τους, επανακαθορίζουν πάντα με ένα θεμελιώδη τρόπο, το ρόλο και τη σημασία των παραγωγικών δυνάμεων  – κεφαλαίου, εργασίας, φυσικών πόρων, τεχνολογίας – στην παραγωγική διαδικασία. Ανοίγοντας νέες δυνατότητες για την αποδοτική αξιοποίησή τους στην οικονομία, επιτρέπουν την εμφάνιση ενός νέου τρόπου παραγωγής. Το νέο παραγωγικό μοντέλο, εν προκειμένω, όπως έχει σχεδιαστεί, αποσκοπεί στην αύξηση της παραγωγικότητας με την αντιμετώπιση της  κλιματικής κρίσης αποκλειστικά μέσω μιας νέας δέσμης ψηφιακών τεχνολογιών (βελτίωσης της αποδοτικότητας των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, τεχνητής νοημοσύνης). Οι νέες τεχνολογίες ως ο νέος πυλώνας της ανάπτυξης, αφενός, απαιτούν πολύ περισσότερα κεφάλαια για τη δημιουργία τους και πολύ λιγότερη εργασία για την παραγωγική αξιοποίησή τους, σε σχέση με τις βιομηχανικές. Αφετέρου,  επιτρέπουν την απεξάρτηση από τους μη ανανεώσιμους φυσικούς πόρους και την υποκατάστασή τους από ανανεώσιμους φυσικούς πόρους. Με τον τρόπο αυτό το νέο μοντέλο επιχειρεί να αλλάξει ριζικά τις υφιστάμενες ισορροπίες ισχύος στην οικονομία μεταξύ κεφαλαίου – εργασίας και τεχνολογίας – φυσικών πόρων, υπέρ των πρώτων.

Η ανατροπή είναι τόσο μεγάλη ώστε η  εν εξελίξει μετάβαση να συνδέεται ήδη με την εκδήλωση πολλαπλών κρίσεων: οικονομικής (χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού χρέους, υψηλού πληθωρισμού και ανεργίας), κοινωνικής (εκρηκτική διεύρυνση των ανισοτήτων και κατάπτωση της μεσαίας τάξης), ενεργειακής (ενεργειακή φτώχια), θεσμικής (καχεκτική δημοκρατία και ισχνό κράτος δικαίου) και γεωπολιτικής (περιφερειακοί πόλεμοι που κινδυνεύουν να επεκταθούν παγκόσμια). Στον πυρήνα των αιτίων που παράγουν αυτές τις κρίσεις βρίσκεται η τεράστια όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ παγκοσμιοποιημένων αγορών – εθνικών κρατών (δημοκρατικών κοινωνιών) και μεταξύ Βορρά – Νότου (αναπτυγμένων – αναπτυσσόμενων χωρών), ως αποτέλεσμα της θεαματικής αναβάθμισης  της ισχύος των πρώτων έναντι των δεύτερων που επιχειρείται με τους οικονομικούς, πολιτικούς και γεωπολιτικούς μετασχηματισμούς που επιβάλλει η μετάβαση στο νέο παράδειγμα ανάπτυξης.

Οι υπερεθνικές στοχεύσεις και η εθνική διάσταση στην πολιτική ατζέντα της μετάβασης

Σύμφωνα με το σχεδιασμό του νέου παραδείγματος, η ανάπτυξη εξαρτάται τώρα πολύ περισσότερο από το κεφάλαιο και πολύ λιγότερο από την εργασία. Τούτο γιατί αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την αέναη παραγωγή και υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών. Επιπρόσθετα, εξαρτάται από τον επιταχυνόμενο ρυθμό της τεχνολογικής αλλαγής που απαιτείται για την έγκαιρη αντιμετώπιση της διαρκώς εξελισσόμενης κλιματικής κρίσης (ο οποίος δεν επιδέχεται ρύθμιση). Έτσι οι υπερεθνικές (νεοφιλελεύθερες) δυνάμεις της αυτορρύθμισης της αγοράς καθίστανται πλέον οι κύριες δυνάμεις της ανάπτυξης. Σε αντιδιαστολή, οι δυνάμεις της (εθνικής) κρατικής (κεϋνσιανής) ρύθμισης χάνουν την παρεμβατική τους δυνατότητα. Τούτο καταδείχθηκε σαφώς με τις εκάστοτε κυβερνήσεις της σοσιαλδημοκρατίας ή της Αριστεράς (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ) οι οποίες υποχρεώθηκαν να ασκήσουν πολιτικές αυτορρύθμισης, με αποτέλεσμα να απωλέσουν τον διακριτό ιστορικό τους ρόλο στην ανάπτυξη. Καταλύεται έτσι σε εθνική κλίμακα κάθε δυνατότητα ουσιαστικής αντιπολίτευσης, ενώ οι δυνάμεις που αποσκοπούν στη ρύθμιση του νέου παραγωγικού μοντέλου και αποβλέπουν στην περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα της ανάπτυξης, θεωρούνται αντισυστημικές!

Έτσι ο άξονας του πολιτικού παιγνιδιού μετατοπίζεται, αφενός σε κάθε χώρα, από το μεταπολεμικό πολιτικό δίπολο ρύθμιση – αυτορρύθμιση στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής της αυτορρύθμισης και για αυτήν ερίζουν πλέον οι πολιτικές δυνάμεις, ενώ εκλείπει η δυνατότητα εκδήλωσης οποιασδήποτε εναλλακτικής πολιτικής για την ανάπτυξη. Πρόκειται δηλαδή για έναν αγώνα για την πολιτική εξουσία χωρίς ουσιαστικό εναλλακτικό πολιτικό περιεχόμενο. Αφετέρου, ο απώτατος προσανατολισμός των νεοφιλελεύθερων δυνάμεων της αυτορρύθμισης της αγοράς, με βάση το πρόταγμά τους της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας και της ανεξαρτησίας από τις πολιτικές αποφάσεις, είναι μια υπερεθνική δομή διακυβέρνησης που θα εξασφαλίζει την αυτορρυθμιζόμενη λειτουργία των αγορών σε παγκόσμια κλίμακα. Το επίπεδο της ρυθμιστικής εξουσίας που είναι δυνατό να θεσμοθετηθεί σε μια τέτοια κλίμακα, είναι μηδαμινό έως ελάχιστο, γιατί μια τέτοια δομή εξουσίας δεν θα διέθετε δημοκρατική νομιμοποίηση και η αντιπροσωπευτικότητά της θα εξαντλούνταν στον υφιστάμενο ηγεμονικό συσχετισμό μεταξύ αναπτυγμένων – αναπτυσσόμενων χωρών. Όπως έχει τεκμηριώσει εμφατικά ο Γερμανός φιλόσοφος Jurgen Habermas, μια πολιτική ρυθμιστική υπερεθνική δομή δεν είναι εφικτή χωρίς τη διαμεσολάβηση μακροπρόθεσμων κοινωνικών και πολιτιστικών διεργασιών σύγκλισης ανάμεσα στα κράτη, που προϋποθέτουν άλλες πολιτικές από αυτές της μετάβασης. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, και καθώς οι πρόνοιες της δημοκρατίας και οι εγγυήσεις του κράτους Δικαίου είναι κατακτήσεις των λαών σε εθνική κλίμακα, η σύσταση μιας πολιτικής ρυθμιστικής υπερεθνικής δομής συνιστά κατάφωρη παραβίαση των αρχών της δημοκρατικής λειτουργίας και της εθνικής κυριαρχίας. Πόσο μάλλον η προσπάθεια επιβολής στα κράτη υπερεθνικών πολιτικών χωρίς καμία δημοκρατική νομιμοποίηση σε επιμέρους τομείς της δημόσιας πολιτικής (όπως π.χ. στην υγεία από τον ΠΟΥ).


Μοιραστείτε το: Facebook Twitter


Κατηγορίες

Διαβάστε τα πιο επίκαιρα νέα και ενημερωθείτε για τα τελευταία γεγονότα!

Άμυνα / Ασφάλεια

Άμυνα / Ασφάλεια

Βίντεο

Βίντεο

Γεωπολιτική / Γεωστρατηγική

Γεωπολιτική / Γεωστρατηγική

Δικαιοσύνη

Δικαιοσύνη

Εκδηλώσεις

Εκδηλώσεις

Κείμενα Αναφοράς

Κείμενα Αναφοράς


Τελευταία Νέα

Διαβάστε και ενημερωθείτε για τα τελευταία νέα!